προσεπικύρωση

προσεπικύρωση
[-ις (-εως)] η санкционирование; ратификация, ратифицирование; утверждение

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Смотреть что такое "προσεπικύρωση" в других словарях:

  • προσεπικύρωση — η, Ν πρόσθετη επιβεβαίωση, επί πλέον πιστοποίηση («έγινε προσεπικύρωση τής μαρτυρίας»). [ΕΤΥΜΟΛ. < προσεπικυρώνω. Η λ., στον λόγιο τ. προσεπικύρωσις, μαρτυρείται από το 1888 στον Σπ. Παγανέλη] …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»